Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reife
01
ωριμότητα, ώριμη κατάσταση
der Zustand, in dem etwas vollständig entwickelt oder zum Gebrauch bereit ist, besonders bei Früchten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Reife
Παραδείγματα
Der Apfel hat seine Reife erreicht.
Το μήλο έχει φτάσει στην ωριμότητά του.
02
ωριμότητα, πλήρης ανάπτυξη
Der Zustand des Erwachsenseins oder der vollen Entwicklung
Παραδείγματα
Die Reife zeigt sich im verantwortungsvollen Verhalten.
Η ωριμότητα εκδηλώνεται στην υπεύθυνη συμπεριφορά.



























