reich
reich
ʁaɪ̯ç
raich

Ορισμός και σημασία του "reich"στα γερμανικά

01

πλούσιος, ευκατάστατος

Mit viel Geld oder Besitz 
reich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
reichste-
συγκριτικός βαθμός
reicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr reich und hat viele Häuser. 

Είναι πολύ πλούσιος και έχει πολλά σπίτια.

02

πλούσιος, άφθονος

Voll von etwas, in großer Menge vorhanden 
reich definition and meaning
Παραδείγματα
Der Boden hier ist reich an Nährstoffen. 

Το έδαφος εδώ είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store