Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reich
01
πλούσιος, ευκατάστατος
Mit viel Geld oder Besitz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
reichste-
συγκριτικός βαθμός
reicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr reich und hat viele Häuser.
Είναι πολύ πλούσιος και έχει πολλά σπίτια.
02
πλούσιος, άφθονος
Voll von etwas, in großer Menge vorhanden
Παραδείγματα
Der Boden hier ist reich an Nährstoffen.
Το έδαφος εδώ είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά.



























