Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regulieren
[past form: regulierte]
01
ρυθμίζω
Etwas kontrollieren, anpassen oder in gewünschte Bahnen lenken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reguliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reguliert
ενεστώτα μετοχή
regulierend
απλός αόριστος
regulierte
παθητική μετοχή
reguliert
Παραδείγματα
Der Körper reguliert seinen Zuckerhaushalt durch Insulin.
Το σώμα ρυθμίζει την ισορροπία της ζάχαρης του μέσω της ινσουλίνης.



























