Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regulieren
01
ρυθμίζω
Etwas kontrollieren, anpassen oder in gewünschte Bahnen lenken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reguliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reguliert
ενεστώτα μετοχή
regulierend
απλός αόριστος
regulierte
παθητική μετοχή
reguliert
Παραδείγματα
Der Thermostat reguliert die Raumtemperatur automatisch.
Ο θερμοστάτης ρυθμίζει αυτόματα τη θερμοκρασία του δωματίου.



























