Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Reh
[gender: neuter]
01
ζαρκάδι, ελάφι
Ein kleines, scheues Wildtier aus der Familie der Hirsche, das in Wäldern lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Rehs
πληθυντικός τύπος
Rehe
Παραδείγματα
Das Reh ernährt sich hauptsächlich von Blättern und Gräsern.
Το ελάφι τρέφεται κυρίως με φύλλα και χόρτα.



























