Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regeln
01
ρυθμίζω, κανονίζω
Eine Sache oder Situation so organisieren oder bestimmen, dass alles richtig funktioniert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
regle
γ΄ ενικό πρόσωπο
regelt
ενεστώτα μετοχή
regelnd
απλός αόριστος
regelte
παθητική μετοχή
geregelt
Παραδείγματα
Kannst du bitte den Ablauf der Sitzung regeln?
Μπορείς παρακαλώ να οργανώσεις τη διαδικασία της συνεδρίας ;



























