das regal
re
ʁe
re
gal
ˈga:l
gal
regel

Ορισμός και σημασία του "regal"στα γερμανικά

01

ράφι, ράφια

Ein Möbelstück mit flachen Ablagen zum Aufbewahren von Gegenständen 
das Regal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Regale
γενική πτώση
Regal(e)s
Παραδείγματα
Das Regal steht im Wohnzimmer. 

Το ράφι βρίσκεται στο σαλόνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

regal
gal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store