Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Regal
[gender: neuter]
01
ράφι, ράφια
Ein Möbelstück mit flachen Ablagen zum Aufbewahren von Gegenständen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Regal(e)s
πληθυντικός τύπος
Regale
Παραδείγματα
Das Regal wird an der Wand befestigt.
Το ράφι στερεώνεται στον τοίχο.
Λεξικό Δέντρο
regal
gal



























