das Regal
Pronunciation
/ʁeˈɡaːl/

Ορισμός και σημασία του "regal"στα γερμανικά

Das Regal
[gender: neuter]
01

ράφι, ράφια

Ein Möbelstück mit flachen Ablagen zum Aufbewahren von Gegenständen
das Regal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Regal(e)s
πληθυντικός τύπος
Regale
Παραδείγματα
Das Regal wird an der Wand befestigt.
Το ράφι στερεώνεται στον τοίχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store