Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reden
[past form: redete]
01
μιλάω
Sich mit Worten ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rede
γ΄ ενικό πρόσωπο
redet
ενεστώτα μετοχή
redend
απλός αόριστος
redete
παθητική μετοχή
geredet
Παραδείγματα
Ich habe mit meinem Chef geredet.
Μίλησα με τον αφεντικό μου.



























