recyceln
recyceln
ʁesaɪ̯kln
resaikln

Ορισμός και σημασία του "recyceln"στα γερμανικά

recyceln
01

ανακυκλώνω, ξαναχρησιμοποιώ

Alte Materialien wiederverwenden, um neue Produkte herzustellen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
recycele
γ΄ ενικό πρόσωπο
recycelt
ενεστώτα μετοχή
recycelnd
απλός αόριστος
recycelte
παθητική μετοχή
recycelt
Παραδείγματα
Wir sollten mehr Papier recyceln, um die Umwelt zu schützen. 

Πρέπει να ανακυκλώνουμε περισσότερο χαρτί για να προστατεύσουμε το περιβάλλον.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store