die rechtfertigung
rechtfertigung
ʁɛçtfɛɐ̯tɪgʊng
rechtfetigoong

Ορισμός και σημασία του "rechtfertigung"στα γερμανικά

Die Rechtfertigung
01

δικαιολόγηση, υπεράσπιση

Begründung für eigenes Handeln oder Entscheidungen 
die Rechtfertigung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Rechtfertigungen
γενική πτώση
Rechtfertigung
Παραδείγματα
Seine Rechtfertigung für das Versagen war schwach. 

Η δικαιολόγησή του για την αποτυχία ήταν αδύναμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store