die rechnung
rech
ˈʁɛç
rech
nung
nʊng
noong

Ορισμός και σημασία του "rechnung"στα γερμανικά

01

υπολογισμός, υπολογισμοί

Eine mathematische Berechnung oder finanzielle Kalkulation 
die Rechnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Rechnungen
γενική πτώση
Rechnung
Παραδείγματα
Die Rechnung war richtig. 

Ο υπολογισμός ήταν σωστός.

02

τιμολόγιο, λογαριασμός

Ein Dokument, das zeigt, wie viel man zahlen muss 
die Rechnung definition and meaning
Παραδείγματα
Die Rechnung liegt auf dem Tisch. 

Ο λογαριασμός βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store