Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Rechnung
01
υπολογισμός, υπολογισμοί
Eine mathematische Berechnung oder finanzielle Kalkulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Rechnungen
γενική πτώση
Rechnung
Παραδείγματα
Die Rechnung war richtig.
Ο υπολογισμός ήταν σωστός.
02
τιμολόγιο, λογαριασμός
Ein Dokument, das zeigt, wie viel man zahlen muss
Παραδείγματα
Die Rechnung liegt auf dem Tisch.
Ο λογαριασμός βρίσκεται στο τραπέζι.
LanGeek



























