die realität
rea
ʁea
rea
lität
ˈlitɛ:t
litet

Ορισμός και σημασία του "realität"στα γερμανικά

01

πραγματικότητα, η πραγματικότητα

Der Zustand oder die Beschaffenheit der Dinge, wie sie tatsächlich existieren 
die Realität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Realitäten
γενική πτώση
Realität
Παραδείγματα
Die Realität sieht oft anders aus als unsere Träume. 

Η πραγματικότητα συχνά διαφέρει από τα όνειρά μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store