Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Realismus
[gender: masculine]
01
ρεαλισμός, ρεαλισμός
Kunst- oder Literaturströmung, die das Leben und die Wirklichkeit möglichst naturgetreu darstellt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Realismus
Παραδείγματα
Die Werke des Realismus haben großen Einfluss auf die moderne Kunst und Literatur.
Τα έργα του ρεαλισμού έχουν μεγάλη επιρροή στη μοντέρνα τέχνη και λογοτεχνία.



























