Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Reaktion
[gender: feminine]
01
αντίδραση, απάντηση
Eine Antwort auf ein Ereignis oder eine Handlung
Παραδείγματα
Die Reaktion der Öffentlichkeit war überwiegend positiv.
Η αντίδραση του κοινού ήταν κατά κύριο λόγο θετική.


























