der Raub
Pronunciation
/ʀaʊ̯p/

Ορισμός και σημασία του "raub"στα γερμανικά

Der Raub
[gender: masculine]
01

ληστεία, κλοπή

Das gewaltsame Stehlen von Eigentum
der Raub definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Raub(e)s
πληθυντικός τύπος
Raube
Παραδείγματα
Raub ist ein schweres Verbrechen.
Ληστεία είναι ένα σοβαρό έγκλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store