Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rau
01
τραχύς, ανώμαλος
Eine Oberfläche oder Textur, die uneben, hart oder nicht glatt ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rauesten
συγκριτικός βαθμός
rauer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Oberfläche des Holzes ist rau.
Η επιφάνεια του ξύλου είναι τραχιά.
02
τραχύς, αγενής
hart, grob oder wenig freundlich im Verhalten oder im Ton
Παραδείγματα
Er sprach in einem rauen Ton.
Μίλησε με αγενή τόνο.
03
τραχύς, σκληρός
unangenehm kalt oder hart, besonders beim Wetter oder Klima
Παραδείγματα
Der Wind war rau und kalt.
Ο άνεμος ήταν τραχύς και κρύος.



























