rau
rau
ʁaʊ
raw
tauciaoblaupfau

Ορισμός και σημασία του "rau"στα γερμανικά

01

τραχύς, ανώμαλος

Eine Oberfläche oder Textur, die uneben, hart oder nicht glatt ist 
rau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rauesten
συγκριτικός βαθμός
rauer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Oberfläche des Holzes ist rau. 

Η επιφάνεια του ξύλου είναι τραχιά.

02

τραχύς, αγενής

hart, grob oder wenig freundlich im Verhalten oder im Ton 
Παραδείγματα
Er sprach in einem rauen Ton. 

Μίλησε με αγενή τόνο.

03

τραχύς, σκληρός

unangenehm kalt oder hart, besonders beim Wetter oder Klima 
Παραδείγματα
Der Wind war rau und kalt. 

Ο άνεμος ήταν τραχύς και κρύος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store