Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rau
01
τραχύς, ανώμαλος
Eine Oberfläche oder Textur, die uneben, hart oder nicht glatt ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rauesten
συγκριτικός βαθμός
rauer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die rauen Bedingungen machten die Reise schwierig.
Οι τραχιές συνθήκες έκαναν το ταξίδι δύσκολο.
02
τραχύς, αγενής
hart, grob oder wenig freundlich im Verhalten oder im Ton
Παραδείγματα
In diesem Beruf herrscht ein rauer Umgang.
Σε αυτό το επάγγελμα, επικρατεί μια αγενής συμπεριφορά.
03
τραχύς, σκληρός
unangenehm kalt oder hart, besonders beim Wetter oder Klima
Παραδείγματα
An der Küste ist das Klima oft rau.
Στην ακτή, το κλίμα είναι συχνά απότομο.



























