Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rational
01
λογικός, ορθολογικός
Auf Vernunft und Logik basierend, ohne emotionale Beeinflussung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rationalsten
συγκριτικός βαθμός
rationaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Entscheidung war rein rational und nicht emotional.
Η απόφασή του ήταν καθαρά λογική και όχι συναισθηματική.



























