Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ratenzahlung
01
πληρωμή με δόσεις
Eine Zahlungsweise, bei der der Gesamtbetrag in mehreren Teilbeträgen über einen festgelegten Zeitraum gezahlt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ratenzahlung
πληθυντικός τύπος
Ratenzahlungen
Παραδείγματα
Der Kunde wählte eine Ratenzahlung über 12 Monate.
Ο πελάτης επέλεξε πληρωμή με δόσεις για 12 μήνες.



























