Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ratenzahlung
[gender: feminine]
01
πληρωμή με δόσεις
Eine Zahlungsweise, bei der der Gesamtbetrag in mehreren Teilbeträgen über einen festgelegten Zeitraum gezahlt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ratenzahlung
πληθυντικός τύπος
Ratenzahlungen
Παραδείγματα
Die letzte Rate der Ratenzahlung ist im Dezember fällig.
Η τελευταία δόση της πληρωμής με δόσεις λήγει τον Δεκέμβριο.



























