Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raten
01
μαντεύω, υποθέτω
Ohne sicheres Wissen eine Vermutung äußern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rate
γ΄ ενικό πρόσωπο
rät
ενεστώτα μετοχή
ratend
απλός αόριστος
riet
παθητική μετοχή
geraten
Παραδείγματα
Sie hat das Lösungswort geraten.
Αυτή́ μάντεψε τη λέξη λύσης.
02
συμβουλεύω
Jemandem einen Ratschlag oder eine Empfehlung geben
Παραδείγματα
Ich rate dir, früh zu gehen.
Σου συμβουλεύω να φύγεις νωρίς.



























