Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raten
01
μαντεύω, υποθέτω
Ohne sicheres Wissen eine Vermutung äußern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rate
γ΄ ενικό πρόσωπο
rät
ενεστώτα μετοχή
ratend
απλός αόριστος
riet
παθητική μετοχή
geraten
Παραδείγματα
Kannst du erraten, wie alt ich bin?
Μπορείς να μάντεψεις πόσων χρονών είμαι;
02
συμβουλεύω
Jemandem einen Ratschlag oder eine Empfehlung geben
Παραδείγματα
Der Arzt riet mir zu mehr Bewegung.
Ο γιατρός μου σύστησε να κάνω περισσότερη άσκηση.



























