der rat
rat
ʁa:t
ρατ

Ορισμός και σημασία του "rat"στα γερμανικά

01

συμβουλή, παράκληση

Eine Empfehlung oder ein Vorschlag, den man jemandem gibt 
der Rat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Räte
γενική πτώση
Rat(e)s
Παραδείγματα
Er gab mir einen guten Rat. 

Μου έδωσε μια καλή συμβουλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store