Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rat
[gender: masculine]
01
συμβουλή, παράκληση
Eine Empfehlung oder ein Vorschlag, den man jemandem gibt
Παραδείγματα
Wir hörten auf seinen Rat und machten eine Pause.
Ακολουθήσαμε τη συμβουλή του και κάναμε ένα διάλειμμα.


























