die rakete
ra
ˈʁa:
ra
ke
ke
te

Ορισμός και σημασία του "rakete"στα γερμανικά

01

πύραυλος, βλήμα

Ein Flugkörper, der mit großer Kraft angetrieben wird und oft als Waffe benutzt wird 
die Rakete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Raketen
γενική πτώση
Rakete
Παραδείγματα
Die Rakete wurde ins All gestartet. 

Ο πύραυλος εκτοξεύθηκε στο διάστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store