Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Quote
01
ποσοστό, δείκτης
Ein Anteil oder eine festgelegte Menge, die eine Relation zwischen Größen ausdrückt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Quoten
γενική πτώση
Quote
Παραδείγματα
Die Arbeitslosenquote sank auf 5%.
Το ποσοστό ανεργίας έπεσε στο 5%.



























