die quote
quote
kvo:tə
kvotē
quitte

Ορισμός και σημασία του "quote"στα γερμανικά

01

ποσοστό, δείκτης

Ein Anteil oder eine festgelegte Menge, die eine Relation zwischen Größen ausdrückt 
die Quote definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Quoten
γενική πτώση
Quote
Παραδείγματα
Die Arbeitslosenquote sank auf 5%. 

Το ποσοστό ανεργίας έπεσε στο 5%.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store