der Quatsch
Pronunciation
/kvatʃ/

Ορισμός και σημασία του "quatsch"στα γερμανικά

Der Quatsch
[gender: masculine]
01

ανοησίες, ασυναρτησίες

Unsinnige Aussagen oder Handlungen ohne Sinn
der Quatsch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Quatsch(e)s
Παραδείγματα
Das ist doch totaler Quatsch!
Αυτό είναι εντελώς ανοησίες!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store