Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Quatsch
[gender: masculine]
01
ανοησίες, ασυναρτησίες
Unsinnige Aussagen oder Handlungen ohne Sinn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Quatsch(e)s
Παραδείγματα
Das ist doch totaler Quatsch!
Αυτό είναι εντελώς ανοησίες!



























