der pyjama
py
py
py
ja
ˈja:
ya
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "pyjama"στα γερμανικά

01

πιτζάμα, πιτζάμα

bequemes, zweiteiliges Schlaf- und Hausanzug 
der Pyjama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Pyjamas
πληθυντικός τύπος
Pyjamas
Παραδείγματα
Er schläft immer in einem Pyjama. 

Κοιμάται πάντα με πιτζάμες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store