Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Puzzle
01
παζλ, γρίφος
Ein Spiel oder eine Beschäftigung, bei der man viele Einzelteile zusammensetzt, um ein Bild oder eine Form zu vervollständigen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Puzzles
πληθυντικός τύπος
Puzzles
Παραδείγματα
Ein Puzzle macht Spaß und fördert das logische Denken.
Ένα παζλ είναι διασκεδαστικό και προάγει τη λογική σκέψη.



























