Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punkten
[past form: punktete]
01
κερδίζω πόντους, σκοράρω πόντους
Einen Punkt oder Sieg erzielen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
punkte
γ΄ ενικό πρόσωπο
punktt
ενεστώτα μετοχή
punktend
απλός αόριστος
punktete
παθητική μετοχή
gepunktet
Παραδείγματα
Durch einen Freistoß konnte das Team endlich punkten.
Μέσω ενός ελεύθερου χτυπήματος, η ομάδα μπόρεσε επιτέλους να σκοράρει.



























