Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punkten
[past form: punktete]
01
κερδίζω πόντους, σκοράρω πόντους
Einen Punkt oder Sieg erzielen
Παραδείγματα
Durch einen Freistoß konnte das Team endlich punkten.
Μέσω ενός ελεύθερου χτυπήματος, η ομάδα μπόρεσε επιτέλους να σκοράρει.


























