punkten
punkten
pʊnktn
poonktn

Ορισμός και σημασία του "punkten"στα γερμανικά

punkten
01

κερδίζω πόντους, σκοράρω πόντους

Einen Punkt oder Sieg erzielen 
punkten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
punkte
γ΄ ενικό πρόσωπο
punktt
ενεστώτα μετοχή
punktend
απλός αόριστος
punktete
παθητική μετοχή
gepunktet
Παραδείγματα
Die Mannschaft konnte in der letzten Minute noch punkten. 

Η ομάδα κατάφερε να σκοράρει στο τελευταίο λεπτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store