das pulver
pulver
pʊlfɐ
poolf

Ορισμός και σημασία του "pulver"στα γερμανικά

01

σκόνη, αλεύρι

Eine feste Substanz in feiner, trockener Form 
das Pulver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Pulver
γενική πτώση
Pulvers
Παραδείγματα
Das Pulver löst sich in Wasser auf. 

Η σκόνη διαλύεται στο νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store