das publikum
pub
ˈpu:b
poob
li
li
li
kum
kʊm
koom

Ορισμός και σημασία του "publikum"στα γερμανικά

01

κοινό, ακροατήριο

Die Menschen, die eine Aufführung, ein Konzert oder ein Ereignis beobachten 
das Publikum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Publikums
Παραδείγματα
Das Publikum klatschte nach dem Konzert. 

Το κοινό χειροκρότησε μετά τη συναυλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store