die Pubertät

Ορισμός και σημασία του "pubertät"στα γερμανικά

Die Pubertät
[gender: feminine]
01

εφηβεία, εφηβική ηλικία

Die Lebensphase, in der sich Kinder zu Erwachsenen entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Pubertät
Παραδείγματα
Eltern müssen Geduld mit Kindern in der Pubertät haben.
Οι γονείς πρέπει να έχουν υπομονή με τα παιδιά στην εφηβεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store