Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Prüfer
[gender: masculine]
01
εξεταστής, ελεγκτής
Eine Person, die eine Prüfung abnimmt oder bewertet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Prüfers
πληθυντικός τύπος
Prüfer
Παραδείγματα
Er ist als Prüfer beim Goethe-Institut tätig.
Εργάζεται ως εξεταστής στο Ινστιτούτο Γκαίτε.



























