Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
präzise
01
ακριβής, αποτελεσματικός
Sehr genau und genau in der Ausführung oder Messung
Παραδείγματα
Der Tischler arbeitet mit präzisen Werkzeugen.
Ο ξυλουργός εργάζεται με ακριβή εργαλεία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ακριβής, αποτελεσματικός