präzise
Pronunciation
/pʁɛˈt͡siːzə/

Ορισμός και σημασία του "präzise"στα γερμανικά

01

ακριβής, αποτελεσματικός

Sehr genau und genau in der Ausführung oder Messung
präzise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am präzisesten
συγκριτικός βαθμός
präziser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Tischler arbeitet mit präzisen Werkzeugen.
Ο ξυλουργός εργάζεται με ακριβή εργαλεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store