Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
präzise
01
ακριβής, αποτελεσματικός
Sehr genau und genau in der Ausführung oder Messung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am präzisesten
συγκριτικός βαθμός
präziser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die präzisen Messungen des Lasers sind entscheidend für das Experiment.
Οι ακριβείς μετρήσεις του λέιζερ είναι καθοριστικές για το πείραμα.



























