prägen
prägen
pʁɛ:gng
pregng

Ορισμός και σημασία του "prägen"στα γερμανικά

prägen
01

αναγλύφω, σφραγίζω

Etwas mechanisch oder sichtbar in eine Oberfläche drücken oder eingravieren 
prägen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präge
γ΄ ενικό πρόσωπο
prägt
ενεστώτα μετοχή
prägend
απλός αόριστος
prägte
παθητική μετοχή
geprägt
Παραδείγματα
Die Medaille ist mit dem Vereinslogo geprägt. 

Το μετάλλιο είναι σφραγισμένο με το λογότυπο του συλλόγου.

02

επηρεάζω βαθιά, διαμορφώνω

Etwas nachhaltig beeinflussen oder formen 
prägen definition and meaning
Παραδείγματα
Die Kindheit prägt einen Menschen fürs Leben. 

Η παιδική ηλικία διαμορφώνει έναν άνθρωπο για μια ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store