Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prägen
[past form: prägte]
01
αναγλύφω, σφραγίζω
Etwas mechanisch oder sichtbar in eine Oberfläche drücken oder eingravieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präge
γ΄ ενικό πρόσωπο
prägt
ενεστώτα μετοχή
prägend
απλός αόριστος
prägte
παθητική μετοχή
geprägt
Παραδείγματα
Auf der Medaille ist ein Wappen geprägt.
Χαράσσω ένα οικόσημο στο μετάλλιο.
02
επηρεάζω βαθιά, διαμορφώνω
Etwas nachhaltig beeinflussen oder formen
Παραδείγματα
Die Kultur prägt die Werte einer Gesellschaft.
Ο πολιτισμός διαμορφώνει τις αξίες μιας κοινωνίας.



























