Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prägen
01
αναγλύφω, σφραγίζω
Etwas mechanisch oder sichtbar in eine Oberfläche drücken oder eingravieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präge
γ΄ ενικό πρόσωπο
prägt
ενεστώτα μετοχή
prägend
απλός αόριστος
prägte
παθητική μετοχή
geprägt
Παραδείγματα
Die Medaille ist mit dem Vereinslogo geprägt.
Το μετάλλιο είναι σφραγισμένο με το λογότυπο του συλλόγου.
02
επηρεάζω βαθιά, διαμορφώνω
Etwas nachhaltig beeinflussen oder formen
Παραδείγματα
Die Kindheit prägt einen Menschen fürs Leben.
Η παιδική ηλικία διαμορφώνει έναν άνθρωπο για μια ζωή.



























