Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prüfen
[past form: prüfte]
01
ελέγχω, επαληθεύω
Etwas kontrollieren oder testen, ob es richtig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
prüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
prüft
ενεστώτα μετοχή
prüfend
απλός αόριστος
prüfte
παθητική μετοχή
geprüft
Παραδείγματα
Wir müssen die Daten genau prüfen.
Πρέπει να ελέγξουμε τα δεδομένα με ακρίβεια.



























