prüfen
prüfen
pʁy:fɱ
pryfm

Ορισμός και σημασία του "prüfen"στα γερμανικά

prüfen
01

ελέγχω, επαληθεύω

Etwas kontrollieren oder testen, ob es richtig ist 
prüfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
prüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
prüft
ενεστώτα μετοχή
prüfend
απλός αόριστος
prüfte
παθητική μετοχή
geprüft
Παραδείγματα
Der Lehrer prüft die Hausaufgaben. 

Ο δάσκαλος ελέγχει την εργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store