prüfen
Pronunciation
/ˈpʀyːfən/

Ορισμός και σημασία του "prüfen"στα γερμανικά

prüfen
[past form: prüfte]
01

ελέγχω, επαληθεύω

Etwas kontrollieren oder testen, ob es richtig ist
prüfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
prüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
prüft
ενεστώτα μετοχή
prüfend
απλός αόριστος
prüfte
παθητική μετοχή
geprüft
Παραδείγματα
Wir müssen die Daten genau prüfen.
Πρέπει να ελέγξουμε τα δεδομένα με ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store