Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Prozess
[gender: masculine]
01
δίκης, δικαστική διαδικασία
Ein gerichtliches Verfahren zur Klärung eines rechtlichen Streits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Prozesses
πληθυντικός τύπος
Prozesse
Παραδείγματα
Der Prozess wurde wegen neuer Beweise verschoben.
Η διαδικασία αναβλήθηκε λόγω νέων αποδεικτικών στοιχείων.
02
διαδικασία, πορεία
Eine Entwicklung oder ein Ablauf, der sich über eine gewisse Zeit erstreckt
Παραδείγματα
Ein demokratischer Prozess ist oft langsam.
Μια δημοκρατική διαδικασία είναι συχνά αργή.



























