Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Prozess
01
δίκης, δικαστική διαδικασία
Ein gerichtliches Verfahren zur Klärung eines rechtlichen Streits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Prozesse
γενική πτώση
Prozesses
Παραδείγματα
Der Prozess gegen den Betrüger beginnt nächste Woche.
Η δίκη κατά του απατεώνα ξεκινά την επόμενη εβδομάδα.
02
διαδικασία, πορεία
Eine Entwicklung oder ein Ablauf, der sich über eine gewisse Zeit erstreckt
Παραδείγματα
Der Lernprozess ist bei jedem Menschen unterschiedlich.
Η διαδικασία μάθησης είναι διαφορετική για κάθε άτομο.



























