Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Prozedur
01
διαδικασία, διαδικασία
Eine festgelegte Abfolge von Schritten zur Durchführung einer Aufgabe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Prozeduren
γενική πτώση
Prozedur
Παραδείγματα
Die Prozedur zur Datenübermittlung ist streng geregelt.
Η διαδικασία για τη μετάδοση δεδομένων ρυθμίζεται αυστηρά.



























