Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Prozedur
[gender: feminine]
01
διαδικασία, διαδικασία
Eine festgelegte Abfolge von Schritten zur Durchführung einer Aufgabe
Παραδείγματα
Jede Abweichung von der Prozedur muss gemeldet werden.
Κάθε απόκλιση από τη διαδικασία πρέπει να αναφέρεται.


























