Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promovieren
[past form: promovierte]
01
αποκτώ διδακτορικό δίπλωμα, ολοκληρώνω τη διδακτορική διατριβή
Den höchsten akademischen Grad durch Anfertigung einer wissenschaftlichen Arbeit und eine mündliche Prüfung erwerben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
promoviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
promoviert
ενεστώτα μετοχή
promovierend
απλός αόριστος
promovierte
παθητική μετοχή
promoviert
Παραδείγματα
Wie lange dauert es, in Deutschland zu promovieren?
Πόσο χρόνο χρειάζεται για προώθηση στη Γερμανία;



























