Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proben
01
κάνω πρόβα, εξασκούμαι
Etwas üben oder vorbereiten, besonders für eine Aufführung oder Präsentation
Παραδείγματα
Er hat das Lied viele Male geprobt.
Έχει κάνει πρόβες το τραγούδι πολλές φορές.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κάνω πρόβα, εξασκούμαι