proben
proben
pʁo:bɐn
probn

Ορισμός και σημασία του "proben"στα γερμανικά

proben
01

κάνω πρόβα, εξασκούμαι

Etwas üben oder vorbereiten, besonders für eine Aufführung oder Präsentation 
proben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
probe
γ΄ ενικό πρόσωπο
probt
ενεστώτα μετοχή
probend
απλός αόριστος
probte
παθητική μετοχή
geprobt
Παραδείγματα
Wir proben jeden Tag für das Theaterstück. 

Εμείς κάνουμε πρόβα κάθε μέρα για το θεατρικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store