Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proben
01
κάνω πρόβα, εξασκούμαι
Etwas üben oder vorbereiten, besonders für eine Aufführung oder Präsentation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
probe
γ΄ ενικό πρόσωπο
probt
ενεστώτα μετοχή
probend
απλός αόριστος
probte
παθητική μετοχή
geprobt
Παραδείγματα
Er hat das Lied viele Male geprobt.
Έχει κάνει πρόβες το τραγούδι πολλές φορές.



























