prima
Pronunciation
/ˈpʀiːmaː/

Ορισμός και σημασία του "prima"στα γερμανικά

01

εξαιρετικός, άριστος

Sehr gut oder ausgezeichnet
prima definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am primasten
συγκριτικός βαθμός
primaer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dein neuer Plan ist prima.
Το νέο σου σχέδιο είναι prima.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store