die priorität
prio
pʁio
prio
rität
ˈʁitɛ:t
ritet

Ορισμός και σημασία του "priorität"στα γερμανικά

Die Priorität
01

προτεραιότητα, προβάδισμα

Etwas, das als wichtiger oder dringender als andere Dinge eingestuft wird und daher Vorrang erhält 
die Priorität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Prioritäten
γενική πτώση
Priorität
Παραδείγματα
Gesundheit sollte immer oberste Priorität haben. 

Η υγεία πρέπει πάντα να είναι η υψηλότερη προτεραιότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store