Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Priorität
01
προτεραιότητα, προβάδισμα
Etwas, das als wichtiger oder dringender als andere Dinge eingestuft wird und daher Vorrang erhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Priorität
πληθυντικός τύπος
Prioritäten
Παραδείγματα
Gesundheit sollte immer oberste Priorität haben.
Η υγεία πρέπει πάντα να είναι η υψηλότερη προτεραιότητα.



























