Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Predigt
01
κήρυγμα, ομιλία
Eine religiöse Rede, die in der Kirche oder bei einem Gottesdienst gehalten wird, oft über ein Thema aus der Bibel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Predigt
πληθυντικός τύπος
Predigten
Παραδείγματα
Die Predigt regte viele Menschen zum Nachdenken an.
Το κήρυγμα ώθησε πολλούς ανθρώπους να σκεφτούν.



























