Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
praktisch
[comparative form: praktischer][superlative form: praktischsten]
01
πρακτικός, χρήσιμος
Gut im Alltag nutzbar
Παραδείγματα
Diese App ist wirklich praktisch.
Αυτή η εφαρμογή είναι πραγματικά πρακτική.
02
πρακτικός, εφαρμόσιμος
In der Realität umsetzbar
Παραδείγματα
Wir brauchen eine praktische Lösung.
Χρειαζόμαστε μια πρακτική λύση.
03
πρακτικά, σχεδόν
In der Praxis fast so
Παραδείγματα
Sie hat praktisch keine Freizeit.
Έχει πρακτικά κανένα ελεύθερο χρόνο.


























