das Praktikum
Pronunciation
/ˈpʁaktikʊm/

Ορισμός και σημασία του "praktikum"στα γερμανικά

Das Praktikum
[gender: neuter]
01

πρακτική άσκηση, πρακτική

Zeit, in der man in einem Beruf arbeitet, um Erfahrung zu sammeln
das Praktikum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Praktikums
πληθυντικός τύπος
Praktika
Παραδείγματα
Das Praktikum ist sehr nützlich.
Η πρακτική άσκηση είναι πολύ χρήσιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store