Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Praktikum
[gender: neuter]
01
πρακτική άσκηση, πρακτική
Zeit, in der man in einem Beruf arbeitet, um Erfahrung zu sammeln
Παραδείγματα
Das Praktikum ist sehr nützlich.
Η πρακτική άσκηση είναι πολύ χρήσιμη.


























