Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pragmatisch
01
πρακτικός, πραγματιστικός
Praktisch und lösungsorientiert handelnd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am pragmatischsten
συγκριτικός βαθμός
pragmatischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine pragmatische Herangehensweise löste das Problem schnell.
Η πραγματιστική προσέγγισή του έλυσε το πρόβλημα γρήγορα.



























