die Portion
Pronunciation
/pɔʁˈʦi̯oːn/

Ορισμός και σημασία του "portion"στα γερμανικά

01

μερίδα, μέρος

Ein abgeteilter Teil von etwas, besonders bei Essen
die Portion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Portion
πληθυντικός τύπος
Portionen
Παραδείγματα
Die Kinderportion kostet weniger.
Η μερίδα για παιδιά κοστίζει λιγότερο.

Λεξικό Δέντρο

proportion
portion
port
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store