die portion
portion
pɔʁt͡si̯o:n
pawrtsion

Ορισμός και σημασία του "portion"στα γερμανικά

01

μερίδα, μέρος

Ein abgeteilter Teil von etwas, besonders bei Essen 
die Portion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Portionen
γενική πτώση
Portion
Παραδείγματα
Kann ich eine große Portion Pommes haben? 

Μπορώ να έχω μια μεγάλη μερίδα πατάτες τηγανητές;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

proportion
portion
port
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store