Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Portugiesisch
01
πορτογαλικά, πορτογαλική γλώσσα
Die Sprache, die in Portugal, Brasilien und mehreren anderen Ländern gesprochen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Portugiesisch(s)
Παραδείγματα
Ich lerne Portugiesisch, weil ich nach Brasilien reisen möchte.
Μαθαίνω πορτογαλικά γιατί θέλω να ταξιδέψω στη Βραζιλία.



























