die polizei
polizei
polit͡saɪ
politsai

Ορισμός και σημασία του "polizei"στα γερμανικά

01

αστυνομία, δυνάμεις ασφαλείας

Eine Organisation, die für Sicherheit und Ordnung sorgt 
die Polizei definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Polizeien
γενική πτώση
Polizei
Παραδείγματα
Die Polizei hilft, wenn es einen Unfall gibt. 

Η αστυνομία βοηθά όταν υπάρχει ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store