Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pokern
[past form: pokerte]
01
διακινδυνεύω, παίζω ψηλά
Ein Risiko eingehen, besonders in einer Situation, in der man viel verlieren kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pokere
γ΄ ενικό πρόσωπο
pokert
ενεστώτα μετοχή
pokernd
απλός αόριστος
pokerte
παθητική μετοχή
gepokert
Παραδείγματα
Im Geschäft darf man nicht zu vorsichtig sein, manchmal muss man pokern.
Στις επιχειρήσεις, δεν πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός, μερικές φορές πρέπει να ρισκάρεις.
02
παίζω πόκερ, παίζω ένα παιχνίδι πόκερ
Das Kartenspiel Poker spielen
Παραδείγματα
Wir haben beim Camping im Zelt gepokert.
Παίξαμε πόκερ στη σκηνή ενώ κάναμε κάμπινγκ.



























