Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pokern
01
διακινδυνεύω, παίζω ψηλά
Ein Risiko eingehen, besonders in einer Situation, in der man viel verlieren kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pokere
γ΄ ενικό πρόσωπο
pokert
ενεστώτα μετοχή
pokernd
απλός αόριστος
pokerte
παθητική μετοχή
gepokert
Παραδείγματα
Er hat sehr hoch gepokert.
Έχει στοιχηματίσει πολύ ψηλά.
02
παίζω πόκερ, παίζω ένα παιχνίδι πόκερ
Das Kartenspiel Poker spielen
Παραδείγματα
Wir pokern jeden Freitagabend mit Freunden.
Παίζουμε πόκερ κάθε Παρασκευή βράδυ με φίλους.



























