der pfleger
pfleger
p͡fle:gɐ
pfleg

Ορισμός και σημασία του "pfleger"στα γερμανικά

01

νοσοκόμος, φροντιστής

Eine Person, die kranke, alte oder pflegebedürftige Menschen betreut und versorgt 
der Pfleger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Pfleger
αρσενικό ενικό
Pfleger
θηλυκό ενικό
Pflegerin
neutral form
Pflegekraft
γενική πτώση
Pflegers
Παραδείγματα
Der Pfleger hilft dem Patienten beim Aufstehen. 

Ο νοσηλευτής βοηθά τον ασθενή να σηκωθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store