Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Pfleger
01
νοσοκόμος, φροντιστής
Eine Person, die kranke, alte oder pflegebedürftige Menschen betreut und versorgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Pflegers
πληθυντικός τύπος
Pfleger
Παραδείγματα
Der Pfleger spricht freundlich mit den alten Menschen.
Ο νοσηλευτής μιλάει φιλικά με τους ηλικιωμένους.



























